28/07/2026 από Πέτρος Κ. Καραχρήστου 0 Σχόλια
Η διαδικασία μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών για εργασία μετά τον ν. 5275/2026
Στις 6.2.2026 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α΄17) ο ν. 5275/2026, ο οποίος επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στον Κώδικα Μετανάστευσης (ν. 5038/2023). Πέραν της ενσωμάτωσης της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233 για την ενιαία άδεια διαμονής και εργασίας, ο νέος νόμος αναμόρφωσε ουσιωδώς τη διαδικασία της μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών, δηλαδή τη διαδικασία με την οποία Έλληνας ή αλλοδαπός εργοδότης καλεί εργαζόμενο που βρίσκεται στο εξωτερικό να έλθει στην Ελλάδα για να απασχοληθεί. Στόχος του νομοθέτη ήταν η κάλυψη των αναγκών της αγοράς εργασίας σε τομείς όπως ο τουρισμός, οι κατασκευές και η αγροτική οικονομία, με παράλληλη θωράκιση του συστήματος από καταχρήσεις.
Το νομικό πλαίσιο πριν και μετά
Η μετάκληση εξακολουθεί να στηρίζεται στα άρθρα 26 και 27 του Κώδικα Μετανάστευσης, τα οποία όμως αναδιατυπώθηκαν πλήρως, καθώς και στο άρθρο 61, που αφορά ειδικά την άδεια διαμονής τύπου «Ε.4» (απασχόληση κατόπιν μετάκλησης). Η βασική λογική παραμένει η ίδια: κάθε έτος, με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου κατόπιν εισήγησης του Υπουργού Εργασίας, καθορίζεται ο ανώτατος αριθμός θέσεων εργασίας ανά τομέα απασχόλησης («όγκος εισδοχής»), βάσει της ευρωπαϊκής κατηγοριοποίησης επαγγελμάτων ESCO. Η απόφαση αυτή μπορεί πλέον να προβλέπει προσαύξηση του αριθμού θέσεων έως 15% για έκτακτες ανάγκες, καθορισμό συγκεκριμένων τρίτων χωρών προέλευσης και ανώτατο αριθμό μετακαλούμενων ανά χώρα, με κριτήρια όπως το εθνικό συμφέρον, οι διμερείς σχέσεις και η διοικητική δυνατότητα των προξενικών αρχών να διεκπεραιώνουν τα αιτήματα.
Η διαδικασία βήμα-βήμα
Η διαδικασία εξακολουθεί να ξεκινά με αίτηση του εργοδότη μέσω των ηλεκτρονικών υπηρεσιών του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου προς τη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Aρμόδια είναι η υπηρεσία στα όρια της οποίας υπάγεται η έδρα ή το υποκατάστημα του εργοδότη ή ο τόπος όπου πρόκειται να παρασχεθεί η εργασία —μια ευέλικτη ρύθμιση που διευκολύνει επιχειρήσεις με πολλαπλά σημεία δραστηριότητας. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται πλέον από σύμβαση εργασίας ελάχιστης διάρκειας έξι μηνών (αντί ενός έτους που ίσχυε προηγουμένως), με αποδοχές τουλάχιστον ίσες με τον νόμιμο κατώτατο μισθό ή ημερομίσθιο, καθώς και από φορολογικά στοιχεία που αποδεικνύουν την οικονομική δυνατότητα του εργοδότη να καταβάλει τις αποδοχές αυτές.
Μετά την έγκριση, η πράξη διαβιβάζεται στην αρμόδια ελληνική προξενική αρχή, η οποία καλεί τον ενδιαφερόμενο να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως για την υπογραφή της σύμβασης και τη χορήγηση εθνικής θεώρησης εισόδου. Η προξενική αρχή οφείλει να ενημερώσει την υπηρεσία μίας στάσης εντός τριάντα ημερολογιακών ημερών, και η τελευταία τον εργοδότη εντός δεκαπέντε ημερών. Μετά την είσοδό του στη χώρα, ο εργαζόμενος υποβάλλει αίτηση για άδεια διαμονής τύπου «Ε.4», η οποία πλέον έχει τριετή ισχύ και ανανεώνεται ανά πενταετία, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις.
Οι τρεις βασικές καινοτομίες
Πρώτον, γίνεται σαφής προσπάθεια για τη στάθμιση της προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων έναντι καταχρηστικών πρακτικών εκ μέρους των εργοδοτών, με την πρόβλεψη συγκεκριμένων μέτρων και μηχανισμών περιορισμού τέτοιων φαινομένων, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.
Δεύτερον, θεσπίζεται ελάχιστο όριο ηλικίας δεκαοκτώ ετών για τη μετάκληση προς εργασία, ρητά προς αποφυγή καταχρήσεων του νομοθετικού πλαισίου —μια διάταξη με προφανή προστατευτικό χαρακτήρα απέναντι στην εκμετάλλευση ανηλίκων μέσω πλασματικών συμβάσεων εργασίας.
Τρίτον, προβλέπεται ειδικό, ταχύρρυθμο καθεστώς μετάκλησης για επιχειρήσεις που εκτελούν μεγάλα στρατηγικά έργα, δημόσια έργα ή έργα ιδιαίτερης οικονομικής, κοινωνικής ή εθνικής σημασίας, ανεξαρτήτως του κύκλου εργασιών της εταιρείας. Στις περιπτώσεις αυτές, ο φορέας μπορεί να αιτηθεί μετάκληση έως πεντακοσίων πολιτών τρίτων χωρών ανά έργο, με κατά προτεραιότητα εξέταση της αίτησης, καταβάλλοντας παράβολο τετρακοσίων ευρώ ανά άτομο (έναντι διακοσίων ευρώ στη συνήθη διαδικασία). Παράλληλα, ο νόμος προσθέτει ειδική κατηγορία εθνικής θεώρησης («Ζ.13») για εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό που εισέρχεται στο πλαίσιο σύμβασης κατασκευής βιομηχανικών, τεχνολογικών ή φαρμακευτικών υποδομών άνω των δέκα εκατομμυρίων ευρώ.
Τέλος, εισάγεται για πρώτη φορά η δυνατότητα μετάκλησης μέσω Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ). Η ΕΠΑ μπορεί να λειτουργήσει ως άμεσος εργοδότης του μετακαλούμενου, τοποθετώντας τον σε τρίτο, έμμεσο εργοδότη, υπό αυστηρές προϋποθέσεις.
Ασφαλιστικές δικλείδες υπέρ του εργαζομένου
Ο εργαζόμενος που εισέρχεται με αρχική άδεια «Ε.4» δεσμεύεται καταρχήν να παραμείνει στον εργοδότη που τον μετακάλεσε για όλη τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες· αν η σύμβαση είναι μεγαλύτερη, η δέσμευση αίρεται μετά την πάροδο του πρώτου εξαμήνου. Επιτρέπεται πρόωρη αλλαγή εργοδότη σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης των όρων εργασίας από τον εργοδότη, σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας κοινή συναινέσει, ή σε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη. Η ανεργία έως τριών μηνών (ή έξι μηνών για κατόχους άδειας άνω των δύο ετών) δεν συνιστά αφ' εαυτής λόγο ανάκλησης της άδειας. Ωστόσο, είναι σαφές ότι κατά τη διάρκεια της αρχικής τριετούς άδειας διαμονής ο εργαζόμενος υποχρεούται στην απασχόλησή του στον τομέα εργασίας για τον οποίο έχει προσκληθεί. Σε αντίθετη περίπτωση συνάγεται ότι έχει παραβιάσει τις προβλέψεις της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία καθορίζονται οι διαθέσιμες θέσεις εργασίας και κινδυνεύει με ανάκληση της χορηγηθείσας άδειας διαμονής.
Κυρώσεις
Σε περίπτωση παραβίασης από ΕΠΑ των όρων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη διαδικασία μετάκλησης, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 23 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, ενώ οι εργοδότες που παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης υπόκεινται σε κυρώσεις της Επιθεώρησης Εργασίας, με δυνατότητα ανώνυμης ή επώνυμης καταγγελίας από τον ίδιο τον εργαζόμενο.
Παραλείψεις
Από τις κατά τα λοιπά σύγχρονες και ανανεωμένες διατάξεις ελλείπει, ωστόσο, οποιαδήποτε νομοθετική πρόβλεψη για το πρακτικό ζήτημα της βελτίωσης και της επιτάχυνσης των διαδικασιών εκεί που πράγματι υφίσταται ουσιαστικός προβληματισμός. Συγκεκριμένα, απουσιάζει η θέσπιση συγκεκριμένων μέτρων, μηχανισμών ή προθεσμιών για την επιτάχυνση της διαδικασίας και την εξασφάλιση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της φανερής δράσης των διοικητικών οργάνων, κατά το στάδιο της χορήγησης της θεώρησης εισόδου από τις προξενικές αρχές. Η σαφής πρόθεση του νομοθέτη να κατευθύνει τους πολίτες τρίτων χωρών που επιθυμούν να εγκατασταθούν στη χώρα προς τη νόμιμη διαδικασία της μετάκλησης, προκειμένου για την καταπολέμηση της παράνομης εισόδου, προσκρούει στις γνωστές παθογένειες της διαδικασίας στο στάδιο κατόπιν της έκδοσης απόφασης έγκρισης, ήτοι ενώπιον των προξενικών αρχών.
Οι σημαντικές καθυστερήσεις στους χρόνους εξέτασης των αιτήσεων θεώρησης εισόδου, τα πολύ μεγάλα ποσοστά αναιτιολόγητης απόρριψης των αιτήσεων (έως και 95% σε συγκεκριμένα προξενεία) και η εξαντλητική γραφειοκρατία καθιστούν αντιδημοφιλή τη διαδικασία τόσο για τους ίδιους τους εργοδότες —οι οποίοι, ενώ πληρούν τις προϋποθέσεις που τους αφορούν και λαμβάνουν την εγκριτική πράξη από τις εγχώριες αρχές, δεν βλέπουν τελικά τον εγκεκριμένο εργαζόμενό τους να εισέρχεται στη χώρα— όσο και για τους ίδιους τους εργαζομένους, οι οποίοι επιβαρύνονται με έξοδα για τη συγκέντρωση και προσκόμιση των δικαιολογητικών (συμπεριλαμβανομένου του παραβόλου της θεώρησης εισόδου), καθώς και για τη μετάβασή τους έως το αρμόδιο προξενείο, χωρίς τελικά να λαμβάνουν την αιτούμενη θεώρηση, για λόγους που δεν εξηγούνται επαρκώς ή δεν εξηγούνται καθόλου.
Συμπέρασμα
Ο ν. 5275/2026 δεν ανατρέπει τη λογική της μετάκλησης ως εργαλείου ελεγχόμενης νόμιμης μετανάστευσης εργατικού δυναμικού, αλλά την εκσυγχρονίζει και την προσαρμόζει στις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων της οικονομίας. Η διασφάλιση των δικαιωμάτων των μετακλητών εργαζομένων, σε εναρμόνιση με τις επιταγές της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233, με συγκεκριμένους μηχανισμούς πρόληψης και ελέγχου, η θέσπιση κατώτατου ορίου ηλικίας και το ειδικό καθεστώς για στρατηγικές επενδύσεις συνιστούν τις πλέον ουσιώδεις αλλαγές. Μένει να φανεί στην πράξη κατά πόσον η νέα αρχιτεκτονική θα επιταχύνει πραγματικά τους χρόνους έγκρισης και θα περιορίσει φαινόμενα κατάχρησης που είχαν καταγραφεί υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Δεδομένου, ωστόσο, ότι δεν υφίστανται συγκεκριμένα μέτρα βελτίωσης της διαδικασίας ενώπιον των προξενικών αρχών, οι επαγγελματίες του χώρου δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξοι ότι η σκοπούμενη επιτάχυνση και βελτίωση θα επιτευχθεί στην πράξη.
Σχόλια