Το ύψος του ετήσιου εισοδήματος δεν αποτελεί πλέον αυτοτελή λόγο αποδοχής ή απόρριψης μιας αίτησης πολιτογράφησης. Αυτό ορίζει η εγκύκλιος της Γενικής Διεύθυνσης Ιθαγένειας του Υπουργείου Εσωτερικών με αρ. πρωτ. 52779/24.09.2026, με θέμα «Οδηγίες για τον τρόπο αξιολόγησης της οικονομικής ένταξης των αλλοδαπών σύμφωνα με τις αποφάσεις αριθ. 717/2026 και 715/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας».
Η εγκύκλιος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς τις δύο αποφάσεις του ΣτΕ. Κατά την εγκύκλιο, το εισόδημα, ατομικό ή οικογενειακό, γίνεται πλέον ένας από τους δείκτες της οικονομικής ένταξης. Η Διοίκηση οφείλει να σταθμίζει συνολικά τη σταθερή εργασία, την εν γένει οικονομική δραστηριότητα και τη συνεπή τήρηση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων του αιτούντος.
Η αλλαγή αφορά όλες τις εκκρεμείς αιτήσεις πολιτογράφησης και όσες υποβάλλονται εφεξής.
Το νομικό πλαίσιο
Η οικονομική ένταξη είναι ουσιαστική προϋπόθεση της πολιτογράφησης κατά το άρθρο 5Α παρ. 1 περ. δ΄ του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (ν. 3284/2004, ΚΕΙ). Ο νόμος ορίζει ως κριτήρια τη σταθερή εργασία στη χώρα, την εν γένει οικονομική δραστηριότητα και τη διαρκή εκπλήρωση φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Ελάχιστο εισόδημα ο νόμος δεν προβλέπει.
Το ελάχιστο «επαρκές εισόδημα» εισήχθη σε κανονιστικό επίπεδο:
- ΥΑ 29845/16.4.2021 (Β΄ 1652) «Τεκμήρια για την οικονομική και κοινωνική ένταξη του αλλοδαπού που αιτείται την ελληνική ιθαγένεια», εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5Α παρ. 2 ΚΕΙ. Τροποποιήθηκε με τις ΥΑ 58050/4.8.2021 (Β΄ 3967) και 96289/27.12.2021 (Β΄ 6402).
- Εγκύκλιος 81/2022 (Φ 130181/6929, 4.2.2022). Κατ' αυτήν, ο αιτών αξιολογούνταν αρνητικά αν δεν διέθετε το προσδιορισμένο επαρκές εισόδημα. Το Παράρτημά της παραθέτει ποσά ανά φορολογικό έτος, π.χ. 7.500 € για φορολογούμενο χωρίς εξαρτώμενα μέλη για τα έτη 2019-2021, με προσαύξηση 10% ανά εξαρτώμενο μέλος.
Στην πράξη, η μη επίτευξη του ποσού αυτού σε κάποιο από τα κρίσιμα έτη οδηγούσε σε απόρριψη, ανεξαρτήτως λοιπών στοιχείων.
Τι έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας
Με τις αποφάσεις ΣτΕ 715/2026 και 717/2026 κρίθηκε ότι η ΥΑ 29845/2021 δεν επιβάλλει στον αιτούντα να αποδείξει ελάχιστο ετήσιο εισόδημα ως αναγκαίο στοιχείο οικονομικής ένταξης. Το εισόδημα συνεκτιμάται ως ένα από τα τεκμήρια της ΥΑ.
Το σκεπτικό, κατά την περίληψη που δημοσιεύθηκε, συνοψίζεται ως εξής:
- Το κριτήριο του επαρκούς εισοδήματος δεν προβλέπεται στο άρθρο 5Α παρ. 1 περ. δ΄ ΚΕΙ. Κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 4735/2020 εξετάστηκε αλλά τελικώς δεν υιοθετήθηκε.
- Ο κανονιστικός νομοθέτης δεν μπορεί, με βάση την εξουσιοδότηση της παρ. 2, να θεσπίσει ελάχιστο εισόδημα του οποίου η μη απόδειξη συνεπάγεται αμάχητο τεκμήριο μη ένταξης.
- Μπορεί όμως να ορίσει ότι το ύψος του εισοδήματος λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται μαζί με άλλα τεκμήρια.
- Αν η ΥΑ ερμηνευόταν ως επιβάλλουσα αυτόματη απόρριψη λόγω χαμηλού εισοδήματος, θα υπερέβαινε τα όρια της εξουσιοδοτικής διάταξης.
Πρόκειται για σύμφωνη με τον νόμο ερμηνεία της ΥΑ, όχι για ακύρωσή της. Η ΥΑ παραμένει σε ισχύ, αλλά εφαρμόζεται με το περιεχόμενο που της απέδωσε το Δικαστήριο. Περίληψη των αποφάσεων είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο της Διοικητικής Δικαιοσύνης.
Πώς αξιολογείται πλέον η οικονομική ένταξη
Η εγκύκλιος 52779/24.9.2026 καθορίζει δύο άξονες αξιολόγησης, πέραν του διαθέσιμου εισοδήματος.
Σταθερή εργασία και εν γένει οικονομική δραστηριότητα. Για τους μισθωτούς, η εργασία αποδεικνύεται από τη βεβαίωση προϋπηρεσίας του e-ΕΦΚΑ (εργοδότης, δραστηριότητα, ειδικότητα, ημέρες ασφάλισης). Για αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες, από το Συνοπτικό ή Αναλυτικό Ιστορικό Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ. Η εργασία πρέπει να έχει διάρκεια και συνέχεια, όχι ευκαιριακό χαρακτήρα — η εποχική εργασία δεν θεωρείται περιστασιακή όταν επαναλαμβάνεται στην ίδια ή συναφή δραστηριότητα. Θετικά αξιολογείται η συστηματική εργασία στο κρίσιμο διάστημα και η δήλωση των εισοδημάτων, ενώ σύντομες διακοπές λόγω υγείας ή ανεργίας δεν επηρεάζουν αρνητικά. Αρνητικά αξιολογείται η περιστασιακή εργασία για σύντομα διαστήματα ή η αδήλωτη εργασία.
Φορολογική και ασφαλιστική συνέπεια. Περιλαμβάνει εμπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων, ακριβή και πλήρη δήλωση εισοδημάτων και καταβολή οφειλών ή τήρηση νόμιμης ρύθμισης. Νέο σημείο προσοχής είναι η «προστιθέμενη διαφορά αντικειμενικών δαπανών» στην πράξη προσδιορισμού φόρου: αν σε πλειονότητα των κρίσιμων ετών εμφανίζεται χαμηλό εισόδημα με υψηλές τεκμαρτές δαπάνες, χωρίς αιτιολόγηση από νόμιμες πηγές (π.χ. ανάλωση κεφαλαίου), η εγκύκλιος τεκμαίρει αναντιστοιχία που δημιουργεί αμφιβολία για τη φορολογική συνέπεια, ιδίως όταν επαναλαμβάνεται.
Λοιπές επισημάνσεις της εγκυκλίου
- Κάθε προνοιακό επίδομα προσώπων με αναπηρία γίνεται δεκτό.
- Η αποκλειστική συντήρηση από κοινωνικά επιδόματα δεν αποδεικνύει οικονομική ένταξη, εκτός αν αιτιολογείται από ειδικούς λόγους (π.χ. προσωρινή ασθένεια).
- Το επίδομα ανεργίας υπολογίζεται στους πόρους διαβίωσης.
- Η οικογένεια λογίζεται ως ενιαία οικονομική μονάδα: το χαμηλό ή μηδενικό εισόδημα φορολογικά εξαρτώμενου αιτούντος συμπληρώνεται από το εισόδημα του/της συζύγου ή του υπόχρεου γονέα.
- Η ιδιόκτητη κατοικία που χρησιμοποιείται για ιδιοκατοίκηση αξιολογείται θετικά.
Τα δικαιολογητικά παραμένουν αυτά της περ. η΄ του άρθρου 6 παρ. 1 ΚΕΙ: εκκαθαριστικά, φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, βεβαίωση ασφαλιστικού φορέα, σύμβαση εργασίας, Ε3, Ε9, βεβαίωση ενεργού τραπεζικού λογαριασμού.
Σε ποιες αιτήσεις εφαρμόζεται
Κατά την εγκύκλιο, οι νέες οδηγίες ισχύουν για όλες τις εκκρεμείς αιτήσεις πολιτογράφησης και για όσες υποβάλλονται εφεξής. Κάθε απορριπτική απόφαση πρέπει πλέον να περιέχει πλήρη και εξατομικευμένη αιτιολογία, με παράθεση των στοιχείων που τη στηρίζουν — απόρριψη που στηρίζεται μόνο στο ύψος του εισοδήματος δεν συνάδει πλέον με τις οδηγίες.
Οι ήδη οριστικές απορρίψεις, κατά την εγκύκλιο, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί νομίμως. Κατά δημοσιεύματα, οι προηγούμενες απορρίψεις δεν θα επανεξεταστούν αυτεπαγγέλτως.
Για όσους έχουν ήδη λάβει απόρριψη λόγω εισοδήματος, κρίσιμο είναι αν η απόφαση έχει καταστεί απρόσβλητη. Αν εκκρεμεί προθεσμία άσκησης ένδικου βοηθήματος ή υπάρχει εκκρεμής δίκη, οι αποφάσεις του ΣτΕ αποτελούν ισχυρό επιχείρημα. Αν όχι, εξετάζεται η υποβολή νέας αίτησης, με έλεγχο των χρονικών περιορισμών που ισχύουν για την επανυποβολή. Κάθε περίπτωση χρειάζεται ατομική εκτίμηση.
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη νομική συμβουλή.